Αρχαιολογικός περίπατος Αθήνας

O αρχαιολογικός περίπατος της Αθήνας δημιουργήθηκε μέσω της Ενοποίησης Αρχαιολογικών χώρων Αθήνας, ένα πρόγραμμα που είχε σαν στόχο τη σύνδεση και ανάδειξη των μνημείων και των αρχαιολογικών χώρων σε ένα ενιαίο σύνολο, οι οποίοι μέχρι τότε λειτουργούσαν ως ξεχωριστές ενότητες, διεσπαρμένες στις περιοχές του ιστορικού κέντρου της Αθήνας, γύρω από τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης. Ο «Μεγάλος Περίπατος», όπως αναφέρεται η πεζοδρόμηση των οδών Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Μακρυγιάννη, Αποστόλου Παύλου, Αδριανού και Ερμού, διευκόλυνε κατά μήκος του την περιδιάβαση και ανάδειξη πολύ σημαντικών αρχαιολογικών μνημείων της Αθήνας: Ακρόπολη, Στύλοι Ολυμπίου Διός, Θέατρο Διονύσου, Ωδείο Ηρώδου Αττικού, Πνύκα, Άρειος Πάγος, Στοά του Αττάλου, Ηφαιστείο, Κεραμεικός κ.ά.

Οι παρεμβάσεις αυτές αποτέλεσαν μια σημαντική ανάπλαση του ιστορικού κέντρου της πόλης, γιατί ενοποίησαν λειτουργικά ιστορικές συνοικίες της πόλης, από του Μακρυγιάννη μέχρι τον Κεραμεικό, δημιουργώντας έναν περίπατο πολιτισμού και αναψυχής για τους κατοίκους και τους επισκέπτες της πόλης.

Μακρυγιάννη – Πλάκα – Αναφιώτικα

Η συνοικία Μακρυγιάννη οφείλει την ονομασία της στο παλαιότερο μεγάλο σε έκταση κτήμα Μακρυγιάννη, που καταλάμβανε όλη τη νότια πλευρά της Ακρόπολης μέχρι και τα Πετράλωνα, φθάνοντας έως τη λεωφόρο Πειραιώς. Η σημερινή ομώνυμη συνοικία είναι στην ουσία το ανατολικότερο τμήμα του προαναφερθέντος κτήματος, που πουλήθηκε πρώτο από τους κληρονόμους για να οικοπεδοποιηθεί. Από την περιοχή αυτή ξεκινά η λεωφόρος Συγγρού.

Η περιοχή ήρθε ιδιαίτερα στο προσκήνιο, με την ενοποίηση αρχαιολογικών χώρων και κυρίως με τη δημιουργία του Νέου μουσείου της Ακρόπολης (και τον ομώνυμο σταθμό του μετρό), έτσι σήμερα λειτουργεί έντονα ως ενδιάμεσος χώρος (κίνησης και στάσης) για την πρόσβαση και διανομή των επισκεπτών στην Ακρόπολη και το Μουσείο της.

Βορειότερα, συνορεύει με την ιστορική συνοικία της Πλάκας, που βρίσκεται στην σκιά της Ακρόπολης, νότια του εμπορικού κέντρου της Αθήνας και ανατολικά του Μοναστηρακίου. Περιλαμβάνει τους πιο σημαντικούς και διάσημους αρχαιολογικούς χώρους της Αθήνας: την Ρωμαϊκή Αγορά, την Αρχαία Αγορά με τη Στοά του Αττάλου και τον Άρειο πάγο, την βιβλιοθήκη του Αδριανού, το ωρολόγιο του Κυρρήστου, κ.ά. Σώζονται ακόμα βυζαντινά μνημεία και εκκλησίες, παλιά λαϊκά αθηναϊκά σπίτια, νεοκλασικές κατοικίες και αρχοντικά, (όπως η οικία Κλεάνθη-Schaubert που στέγασε το Πρώτο Πανεπιστήμιο της Αθήνας).

Η γειτονιά της Πλάκας, γύρω από τον Ιερό Βράχο, είναι ένα απ’ τα πρώτα οικιστικά κύτταρα της Αθήνας ως πρωτεύουσας του νεοελληνικού κράτους με χαρακτήρα αμιγούς κατοικίας μέχρι τουλάχιστον τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μεταπολεμικά, την εποχή της μεγάλης ανοικοδόμησης και της παράλληλης καταστροφής μεγάλου μέρους της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της πόλης, τα νεοκλασικά κτίρια της Πλάκας διασώθηκαν ευτυχώς, αφού κρίθηκαν διατηρητέα στο σύνολό τους, με αποτέλεσμα η περιοχή να επιφορτιστεί με έναν ιδιαίτερο μνημειακό χαρακτήρα και να μετατραπεί σε τουριστικός πόλος για την πόλη.

Η συνύπαρξη της εντατικής ανάπτυξης τουριστικών χρήσεων (εμπόριο και καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος) με την κατοικία, ήταν και παραμένει σχεδόν συγκρουσιακή. Οι παρεμβάσεις της πολιτείας κυρίως στη δεκαετία του ’70,  – αλλά και αργότερα κυρίως σε συνδυασμό με την πεζοδρόμηση της Διονυσίου Αρεοπαγίτου – με τη θεσμοθέτηση δικτύου πεζοδρόμων και περιορισμών στις χρήσεις γης, μολονότι σε πρώτο στάδιο προστάτευσε την ανάπτυξη της κατοικίας, διευκόλυναν την άνοδο των τιμών γης και οδήγησαν σε αντικατάσταση μεγάλου ποσοστού των παλαιότερων κατοίκων από νέους πολύ πιο εύπορους, δημιουργώντας παράλληλα πρόσφορο δημόσιο χώρο για ακόμα πιο εντατική ανάπτυξη κυρίως των τραπεζοκαθισμάτων. Θα έλεγε κανείς, πως το φαινόμενο της Πλάκας είναι ίσως το πρώτο παράδειγμα λειτουργίας μηχανισμών «εξευγενισμού» στον αστικό χώρο της  Αθήνας, με ευρέως γνωστές κοινωνικοοικονομικές συνέπειες: εκτοπίσεις κατοίκων, υπερβολική αύξηση της εμπορευματικότητας του χώρου και της αξίας της γης, εγκατάσταση νέων αποδοτικότερων χρήσεων, κ.ά.

Η συνοικία της Πλάκας λειτουργεί οπωσδήποτε σε άλλους ρυθμούς από την υπόλοιπη Αθήνα, σχεδόν σαν τουριστικό – πολιτιστικό πάρκο αναψυχής, αλλά η διδακτική της σημασία είναι αδιαμφισβήτητη για τον επισκέπτη, αφού αποτελεί τη μοναδική συνοικία της Αθήνας που πραγματικά σώζεται όπως ήταν πριν εκατό χρόνια ολόκληρη σχεδόν η πόλη, με εμφανείς όλες τις ιστορικές περιόδους ανάπτυξης της. Στην περιοχή λειτουργούν αρκετά μουσεία και σε πολλά κτίρια έχουν εγκατασταθεί διάφορες υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού, σώζονται δε κτίρια κατοικίας επώνυμων πολιτών της παλιάς Αθήνας, αλλά οι χρήσεις που υπερισχύουν είναι οι εμπορικές, με ταβέρνες, εστιατόρια, καφετέριες και καταστήματα με τουριστικά είδη.

Στο ανώτερο τμήμα της Πλάκας, προς την Ακρόπολη συναντάει κανείς τα Αναφιώτικα. Πρόκειται για μια ιδιότυπη συνοικία κτισμένη σε κυκλαδίτικο ρυθμό, η οποία οικοδομήθηκε τη δεκαετία του 1840 από Αναφιώτες και άλλους Κυκλαδίτες μάστορες (μαρμαράδες, λιθοξόους, ξυλουργούς, κτίστες), εσωτερικούς μετανάστες της εποχής, που ήρθαν στην Αθήνα για να εργαστούν κατά την ανοικοδόμηση της πρωτεύουσας και μεταξύ άλλων να χτίσουν τα ανάκτορα του βασιλιά Όθωνα. Οι ομάδες αυτές, με την ανοχή των αρχών, εγκαταστάθηκαν με τη μέθοδο της αυτοστέγασης, αφού δεν μπορούσαν να επωμιστούν το κόστος ενοικίασης ή αγοράς γης.

Η ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου αυθαίρετου οικισμού έγκειται τόσο στην εξαιρετική τοποθεσία του στους πρόποδες του Ιερού Βράχου, όσο και στο ότι οι Αναφιώτες μετέφεραν αυτούσια την αρχιτεκτονική του τόπου καταγωγής τους, δημιουργώντας έναν νησιώτικο συνοικισμό μέσα στην καρδιά της Αθήνας, όπου συναντάει κανείς κλιμακωτές ασβεστωμένες αυλές, γαλάζια παραθυρόφυλλα και στενά σοκάκια. Μετά το 1922, η αμιγής νησιωτική σύνθεση του πληθυσμού άλλαξε σημαντικά με την εγκατάσταση Μικρασιατών προσφύγων στον οικισμό.

Σήμερα, έπειτα από τμηματικές κατεδαφίσεις της συνοικίας στο πλαίσιο αρχαιολογικών ανασκαφών γύρω στο 1950 και εκτεταμένες απαλλοτριώσεις από το Υπουργείο Πολιτισμού τη δεκαετία του 1970, σώζονται περίπου 45 σπίτια, τα οποία και έχουν κηρυχθεί διατηρητέα, αν και η περιοχή διέπεται από ένα εξαιρετικά πολύπλοκο και ασαφές νομικό πλαίσιο.

Φιλοπάππου

O λόφος του Φιλοπάππου ή λόφος Μουσών βρίσκεται απέναντι και νοτιοδυτικά της Ακρόπολης, συνδέεται δε μέσω μονοπατιών με τους παρακείμενους λόφους της Πνύκας και των Νυμφών, όπου βρίσκεται το Αστεροσκοπείο. Την ονομασία του οφείλει στο μνημείο του Φιλοπάππου, που βρίσκεται στην κορυφή του, το οποίο έστησε ο ύπατος Φιλόπαππος κατά την Ρωμαϊκή περίοδο. Γύρω από τον λόφο Φιλοπάππου, βρίσκεται η ομώνυμη γειτονιά, όπως και οι γειτονιές Κουκάκι και Άνω Πετράλωνα.

Ο λόφος του Φιλοπάππου είναι, όπως και ο Λυκαβηττός, εξαιρετικής σημασίας ελεύθερος χώρος για το πυκνοδομημένο κέντρο της πρωτεύουσας, αποτελώντας πνεύμονα υψηλού πρασίνου και σημαντικό βιότοπο. Λόγω της ιστορικής θέσης του, είναι ένας τόπος πλούσιος σε αρχαιολογικά ευρήματα της κλασικής και της νεότερης ιστορίας, ενώ φιλοξενεί τα εξαιρετικά «Έργα Ακροπόλεως – Φιλοπάππου» του αρχιτέκτονα Δημήτρη Πικιώνη, τα οποία έχουν κηρυχθεί μνημείο παγκόσμιας αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και αποτελούν το κορυφαίο έργο αρχιτεκτονικής τοπίου στη σύγχρονη Αθήνα.

Τα έργα διαμόρφωσης του Πικιώνη, καλύπτουν μια ευρεία έκταση 85 στρεμμάτων δημιουργώντας ένα ενιαίο δίκτυο προσπέλασης για τα μνημεία της Aκρόπολης, του Ωδείου Hρώδου Aττικού και τον λόφο του Φιλοπάππου, που περιλαμβάνει λιθόστρωτους δρόμους, πεζοδρόμους και μονοπάτια, χώρους στάσης και θέασης, διαμορφώσεις πρασίνου και δύο μικρά, αλλά σημαντικά κτίρια: τον Άγιο Δημήτριο Λουμπαρδιάρη και το αναπαυτήριο. Ο Πικιώνης θέλοντας να δημιουργήσει μια σύγχρονη εκδοχή του Αττικού τοπίου, χρησιμοποίησε και ανέμειξε μορφές και υλικά από την αρχαιοελληνική, βυζαντινή και λαϊκή παράδοση, διαλέγοντας επιτόπου, μία-μία τις πλάκες και τα θραύσματα πέτρας και μάρμαρου, που χρησιμοποιήθηκαν στο έργο. Αναπόσπαστο μέρος της μελέτης του είναι και η μελέτη φύτευσης του λόφου με φυτά του Αττικού τοπίου. Σήμερα, το σύνολο του έργου χρήζει εργασιών αποκατάστασης και συντήρησης.

Το 2002, στα πλαίσια των έργων της Ενοποίησης των Αρχαιολογικών Χώρων της Αθήνας, θεωρήθηκε σκόπιμο ο λόφος Φιλοπάππου να ενταχθεί στο πρόγραμμα των επισκέψιμων αρχαιολογικών χώρων – με συγκεκριμένο ωράριο, εισιτήριο και έλεγχο εισόδου – και άρα να περιοριστεί στην πράξη σημαντικά η ελευθερία πρόσβασης των κατοίκων στους χώρους του λόφου. Ξεκίνησαν μάλιστα να πραγματοποιούνται έργα περίφραξης, τα οποία σταμάτησαν μετά από επέμβαση των κατοίκων, που σχημάτισαν ένα δυναμικό κίνημα διεκδίκησης, με βασικό αίτημα την θεσμική διασφάλιση της λειτουργίας του λόφου ως ελεύθερου χώρου.