Εξάρχεια – Νεάπολη

Η γειτονιά των Εξαρχείων στο κέντρο της Αθήνας, με λειτουργικό κέντρο την πλατεία Εξαρχείων, εκτείνεται νοητά από τους πρόποδες του λόφου του Στρέφη έως την οδό Πατησίων και από τη λεωφόρο Αλεξάνδρας στο ύψος του Πεδίου του Άρεως, μέχρι τις αρχές του Κολωνακίου και τους πρόποδες του Λυκαβηττού, περιλαμβάνοντας τόσο τις περιοχές γύρω από το Αρχαιολογικό Μουσείο και το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, όσο και την γειτονιά της Νεάπολης, στο κοίλο ανάμεσα στους δύο λόφους της Αθήνας.

Η περιοχή βρίσκεται κυριολεκτικά στην καρδιά του κέντρου της Αθήνας και γι’ αυτό εκ των πραγμάτων συγκεντρώνει πολλές και ποικίλες επιτελικές δραστηριότητες της πρωτεύουσας – γραφεία και δημόσια κτήρια, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Αρχαιολογικό Μουσείο – παράλληλα όμως σε μια δεύτερη κλίμακα, παρουσιάζει μια σχετικά εσωστρεφή ανάπτυξη, λόγω της ύπαρξης των λόφων και της προστατευμένης φυσικής διαμόρφωσης – ειδικά στην περιοχή της Νεάπολης – με αποτέλεσμα να εξελιχθεί στη διάρκεια του χρόνου σε δημοφιλή και πυκνοκατοικημένη περιοχή κατοικίας, με έντονα χαρακτηριστικά γειτονιάς. Αποτέλεσε δε, τόπο κατοικίας πολλών προσωπικοτήτων της σύγχρονης ελληνικής διανόησης.

Η πολυμορφικότητα της περιοχής την καθιστά έναν ζωντανό υποδοχέα δραστηριοτήτων και κοινωνικών εκδηλώσεων, ένα αστικό πεδίο που μεταβάλλεται ακολουθώντας τους σύγχρονους ρυθμούς ανάπτυξης της πόλης, διατηρώντας παράλληλα και μια εσωτερική αδράνεια, που προκύπτει από την ιστορικότητα και τα ιδιάζοντα τοπικά χαρακτηριστικά που έχει διαμορφώσει σε βάθος χρόνου, ως χώρος κατοίκησης, ελεύθερης έκφρασης και διασταύρωσης ιδεών, εκδήλωσης πολιτικών και αστικών διεκδικήσεων.

Το πολεοδομικό της προφίλ ακόμα και σήμερα δείχνει πώς και πόσο τα Εξάρχεια φιλοξένησαν κατά μείζονα λόγο την ελεύθερη έκφραση σε επίπεδο πόλης, κάτι που φαίνεται στην πυκνότητα και τα είδη των βιβλιοπωλείων που, παρά την κρίση, συνεχίζουν να λειτουργούν στην περιοχή, καθώς και στην παρουσία πολλών χρήσεων που σχετίζονται με το βιβλίο (εκδοτικοί οίκοι, βιβλιοδετεία, παλαιοβιβλιοπωλεία).

Από τη σκοπιά των πολιτικών διεκδικήσεων η περιοχή σφραγίζεται πρακτικά από όλες τις φοιτητικές και νεανικές εξεγέρσεις από την περίοδο της χούντας (Πολυτεχνείο και Νομική) μέχρι σήμερα, με κορυφαία την λαϊκή εξέγερση που ακολούθησε την δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από αστυνομικό στην καρδιά των Εξαρχείων, τον Δεκέμβρη του 2008. Για τον λόγο αυτό, τα Εξάρχεια υπήρξαν κατ’ επανάληψη πεδίο άσκησης άμεσων ή έμμεσων επιχειρήσεων καταστολής από την αστυνομία ή από κυκλώματα (π.χ. διακίνησης ναρκωτικών, ή –πιο πρόσφατα- «προστασίας»), σε όλη την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Είναι τέλος χαρακτηριστικό, ότι ενώ από μια σκοπιά πρόκειται για έναν από τους πιο «ελεύθερους» χώρους έκφρασης της πόλης, με ολοένα μεγαλύτερη εμπορική ή ακόμα και τουριστική υπεραξία, από την άλλη, εν όψει οποιασδήποτε νέας επιχείρησης καταστολής, δαιμονοποιείται από τα καθοδηγούμενα ΜΜΕ ως «άβατο», «κέντρο ανομίας» κ.λπ.

Στην πραγματικότητα, η πλατεία και η περιοχή των Εξαρχείων, εκτός από ένας υπερτοπικός πόλος αναψυχής για φοιτητές και νέους εδώ και δεκαετίες, αποτελεί από μόνη της μια ειδική περίπτωση στην Αθήνα, που μπορεί να ιδωθεί ως παράδειγμα ζωντανού δημόσιου χώρου με χαρακτηριστικά πολυπολιτισμικότητας, πολιτικοποίησης και ελευθερίας, ακριβώς γιατί έχει καταγραφεί διαχρονικά στην συλλογική συνείδηση και συνεχίζει να λειτουργεί ως πεδίο έκφρασης των διεκδικήσεων και των κινηματικών διαδικασιών του ευρύτερου αριστερού πολιτικού χώρου, των αντιφασιστικών και αναρχικών συλλογικοτήτων.

Θα λέγαμε πως στην περιοχή έχει λειτουργήσει με χαρακτηριστικό τρόπο η κοινωνική ενσωμάτωση του μεταναστευτικού στοιχείου, αρχικά ίσως λόγω της σημειολογίας του χώρου, και πρακτικά λόγω της δημιουργίας ενεργών δικτύων αλληλεγγύης μέσα από πλήθος αυτοδιαχειριζόμενων κοινωνικών χώρων, που δραστηριοποιούνται στην περιοχή από κατοίκους και συλλογικότητες, όπως είναι το κατειλημμένο κοινωνικό κέντρο Βοξ με το κοινωνικό του Ιατρείο, το στέκι μεταναστών, κ.α.

Οι ελεύθεροι δημόσιοι χώροι στην περιοχή είναι λίγοι. Ευτυχώς, παρά την σχετική ανυπαρξία σχεδιασμένων ελεύθερων χώρων, οι λόφοι Στρέφη και Λυκαβηττού, όπως και η γειτνίαση με το πεδίο του Άρεως προσφέρουν ευκαιρίες εκτόνωσης και απόδρασης στους κατοίκους.

Σε αντίθεση με τους πεζόδρομους γύρω απ’ την πλατεία (Βαλτετσίου, Θεμιστοκλέους, Μεθώνης, Δερβενίων) που εντάσσονται στην καθημερινότητα των κατοίκων, ο πεζόδρομος της Τοσίτσα, ανάμεσα στο Αρχαιολογικό Μουσείο και το ΕΜΠ, μολονότι είναι ένας σημαντικός αστικός χώρος με χαρακτήρα πολιτιστικού περιπάτου και αναψυχής, δυστυχώς παραμένει έξω απ’ την καθημερινή ζωή των Εξαρχείων, δεδομένου ότι εδώ και πολλά χρόνια σημαδεύεται από την καθημερινή διακίνηση και το εμπόριο ναρκωτικών ουσιών και γενικότερα ως χώρος συγκέντρωσης τοξικοεξαρτημένων και αστέγων. Η ένταση του φαινομένου γκετοποίησης του πεζοδρομημένου τμήματος της οδού Τοσίτσας κυμαίνεται ανάλογα με τα ανεξήγητα σχέδια μετακίνησης της πιάτσας των ναρκωτικών, σε διάφορα σημεία του κέντρου της πόλης. Σήμερα, η Τοσίτσα είναι στην πραγματικότητα «ελεύθερη» από την πιάτσα, με δεδομένο όμως ότι αυτό μπορεί να είναι προσωρινό, δεν έχει ενταχθεί στην καθημερινότητα μετακίνησης των δημοτών γιατί εξακολουθεί να θεωρείται χώρος επικίνδυνος, ιδιαίτερα κατά τις νυχτερινές ώρες. Αξίζει να επισημανθεί ότι το πεζοδρομημένο τμήμα της Τοσίτσα διαφέρει από τους άλλους πεζοδρόμους, στο ότι πρακτικά δεν έχει χρήσεις, εκτός από μια πλάγια είσοδο του συγκροτήματος του Πολυτεχνείου και την είσοδο του Επιγραφικού Μουσείου, που λειτουργούν μόνο τις πρωινές ώρες. Είναι επομένως μια νεκρή ζώνη διέλευσης ανάμεσα στα κτίρια του Πολυτεχνείου και του Μουσείου, που προσφέρθηκε μ’ έναν τρόπο στην εγκατάσταση άλλων δραστηριοτήτων, κυρίως αυτών που επιζητούν ένα βολικό “no man’s land” κοντά στο κέντρο της πόλης.

Το αλσύλλιο του Αγίου Νικολάου στην Νεάπολη, μαζί με το Δημοτικό Γυμναστήριο και την παιδική χαρά, αποτελεί κέντρο αναφοράς της περιοχής σε συνδυασμό με το σχολείο του Λυκαβηττού στα Πευκάκια, το Γαλλικό Ινστιτούτο και την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή. Λειτουργεί ως πνεύμονας πρασίνου, χώρος αθλητικών δραστηριοτήτων και αναψυχής για όλες τις ηλικιακές ομάδες. Η συντήρηση των υποδομών και η διαφύλαξη του πρασίνου αποτελούν σημαντικά ζητήματα για την περιοχή.

Το επιτυχημένο παράδειγμα διεκδίκησης δημοσίου χώρου και απόδοσης του στους κατοίκους μέσα από κινηματικές διαδικασίες συμμετοχικού σχεδιασμού, το αυτοδιαχειριζόμενο πάρκο Ναυαρίνου, λειτουργεί ανακουφιστικά για τον πυκνοδομημένο αστικό ιστό, και αποδεικνύει έμπρακτα, ότι η συμμετοχή, η ευαισθητοποίηση και η αυτοοργάνωση των κατοίκων μπορούν να οδηγήσουν στην άμεση βελτίωση της καθημερινότητας της πόλης. Και σ’ αυτή την περίπτωση, όπως και στον πεζόδρομο Τοσίτσα, στον πεζόδρομο της Θεμιστοκλέους ή στην ίδια την πλατεία Εξαρχείων, το επίδικο είναι η υπεράσπιση της δημόσιας χρήσης του χώρου και η προστασία της από την γκετοποίηση που σχετίζεται με την διακίνηση ναρκωτικών ουσιών.

Στην περιοχή συνυπάρχουν διάσημα νεοκλασσικά κτήρια (συγκρότημα ΕΜΠ του αρχιτέκτονα Λύσανδρου Καυτατζόγλου, η οικία Λαπαθιώτη και η οικία Τσίλερ), εκλεκτικιστικά κτήρια των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα και αξιόλογες αστικές μεσοπολεμικές πολυκατοικίες (πχ. Μπλε πολυκατοικία του αρχιτέκτονα Κ. Παναγιωτάκου, πολυκατοικία του αρχιτέκτονα Θ. Βαλεντή επί των οδών Στουρνάρη και Ζαϊμη, πολυκατοικία αρχιτέκτονα Β. Δούρα επί των οδών Μαυρομιχάλη και Ναυαρίνου, κ.ά.), μεταπολεμικές πολυκατοικίες και κτήρια γραφείων.

Περισσότερα:
Άρθρα
Η πλατεία, της Τασίας Χριστοδουλοπούλου