Μεταξουργείο

Η γειτονιά του Μεταξουργείου εκτείνεται στο χώρο μεταξύ της λεωφόρου Κωνσταντινουπόλεως, της οδού Δεληγιάννη, της Πειραιώς και της Ιεράς Οδού. Γειτονικές περιοχές είναι η Ακαδημία Πλάτωνος, ο Κολωνός, η Ομόνοια, η πλατεία Κουμουνδούρου, ο Κεραμεικός και το Γκάζι. Την περιοχή διασχίζουν κάποιοι σημαντικοί οδικοί άξονες της Αθήνας, η οδός Λένορμαν, η οδός Αχιλλέως, που ξεκινάει από την πλατεία Καραϊσκάκη και οδηγεί στην λεωφόρο Αθηνών, και η οδός Κωνσταντινουπόλεως, κατά μήκος της οποίας εκτείνεται το σιδηροδρομικό δίκτυο του ΟΣΕ. Σημαντικές πλατείες της περιοχής είναι: η πλατεία Καραϊσκάκη, δυτικά της Ομόνοιας, που αποτελεί σημαντικό κόμβο και βασική είσοδο – έξοδο για το Δήμο Aθηναίων μέσω της οδού Αχιλλέως˙ η πλατεία Μεταξουργείου, επί των οδών Αχιλλέως και Λένορμαν, η οποία διαθέτει μια μαρμάρινη κρήνη αντίγραφο του χορηγικού Μνημείου του Λυσικράτη που βρίσκεται στην Πλάκα˙ η πλατεία Αυδή (πρώην Δουρούτη), όπου βρίσκεται το παλιό κτίριο του εργοστασίου επεξεργασίας μεταξιού, από όπου πήρε την ονομασία της η περιοχή του Μεταξουργείου.

Το μεταξουργείο λειτουργούσε από την εποχή της βασιλείας του Όθωνα με την επωνυμία «Σηρική Εταιρεία της Ελλάδος Αθανάσιος Δουρούτης & Σία». Πριν την εγκατάσταση του εργοστασίου, η περιοχή ήταν αγροτική και αδιαμόρφωτη και βρισκόταν ακόμα εκτός ιστορικής πόλης. Το γεγονός ότι παρουσίαζε σημαντικά πλεονεκτήματα, λόγω της άμεσης γειτνίασης με την πόλη, αλλά και της σταδιακής ενσωμάτωσης της στην παραγωγική ζώνη της πρωτεύουσας, μαζί με τις υπόλοιπες γειτονιές της δυτικής Αθήνας εκατέρωθεν της οδού Πειραιώς, καθόρισαν τα κοινωνικά συμφραζόμενα του χώρου της καθιστώντας την από νωρίς μια συνοικία σχετικά προνομιούχα, με μεγάλη ανάμειξη χρήσεων στον ιστό της (κατοικία, εμπόριο και παραγωγή) που εκ των πραγμάτων διαμορφώνεται ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα σε εργατική συνοικία της Αθήνας. Με την αποβιομηχάνιση και τις μετατοπίσεις πληθυσμών της πόλης, τη δεκαετία του΄80, η συνοικία του Μεταξουργείου άρχισε να εγκαταλείπεται από τους παλιούς κατοίκους της, με αποτέλεσμα την συνεχιζόμενη υποβάθμισή της. Τα φαινόμενα παραβατικότητας και οι οργανωμένες «πιάτσες» διαφόρων τύπων εμπορίου ανθούν δυστυχώς εδώ και πολλά χρόνια στην περιοχή.

Ως παλιά και ιστορική περιοχή κατοικίας της πόλης, διαθέτει ακόμα αρκετά νεοκλασικά κτίρια και παλιές λαϊκές κατοικίες με αξιόλογη αρχιτεκτονική φυσιογνωμία, τα οποία όμως είναι στη μεγάλη τους πλειοψηφία εγκαταλελειμμένα και ερειπωμένα. Εδώ και κάποια χρόνια, με την έλευση των οικονομικών μεταναστών, τα παλιά σπίτια γίνονται το κτιριακό απόθεμα που στεγάζει μια νέα «εργατική τάξη» της πόλης, αλλά δυστυχώς εγκαθίστανται σε αυτά υπό άθλιες συνθήκες, συχνά σε καθεστώς παρανομίας.

Στην ευρύτερη περιοχή του Μεταξουργείου και της πλατείας Κουμουνδούρου είναι έντονη η παρουσία της κινέζικης κοινότητας, που άκμασε την τελευταία δεκαετία δημιουργώντας ένα σημαντικό δίκτυο εμπορικών καταστημάτων, αλλά και το κεντρικό κτίριο της κινεζικής γειτονιάς στο «Μέγαρο Μυλλέρου», επί της οδού Αγησιλάου, αποκαλούμενο «Chinatown», το οποίο καλύπτει ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο και διαρθρώνεται γύρω από ένα κεντρικό αίθριο, περιλαμβάνοντας κατοικίες, εμπορικές χρήσεις, άλλες υπηρεσίες που απευθύνονται στα μέλη της κινεζικής κοινότητας, αλλά και ένα κινεζικό φροντιστήριο για τα παιδιά της κοινότητας. Η οικονομική κρίση όμως, επηρέασε και αυτή την ακμάζουσα κοινότητα με αποτέλεσμα πολλοί Κινέζοι να κλείσουν τις επιχειρήσεις τους και να εγκαταλείψουν την περιοχή.

Την τελευταία δεκαετία, η πλατεία Αυδή αναπλάστηκε και στη συνέχεια το κτίριο του παλιού  μεταξουργείου, το οποίο είχε κατασκευαστεί  σύμφωνα με τα σχέδια του Δανού αρχιτέκτονα Hans Christian Hansen το 1883, αποκαταστάθηκε με σκοπό να φιλοξενήσει την Δημοτική Πινακοθήκη. Οι χειρονομίες αυτές, προσέλκυσαν ιδιαίτερα νέες χρήσεις αναψυχής, ψυχαγωγικού και πολιτιστικού χαρακτήρα, που έδωσαν ζωντάνια στην ευρύτερη περιοχή αναπληρώνοντας τα χωρικά κενά και δημιουργώντας έντονες αναπτυξιακές τάσεις, εμφανείς στο χώρο ειδικά πριν την οικονομική κρίση.

Οι έντονες μεταλλαγές που υφίσταται η πόλη τα τελευταία χρόνια, λόγω των οικονομικών επιπτώσεων της κρίσης, μοιάζει να μην αποθαρρύνουν ιδιαίτερα τους επενδυτές της κτηματαγοράς, στων οποίων το στόχαστρο βρίσκεται ολοένα και περισσότερο η περιοχή του Μεταξουργείου. Χρησιμοποιώντας ως εργαλείο αστικού σχεδιασμού, τον «εξευγενισμό» του χώρου, επενδύουν σήμερα σε φθηνή γη και σε ένα υποβαθμισμένο αστικό απόθεμα, μέσω αναπλάσεων ολόκληρων οικοδομικών τετραγώνων και αποκατάστασης πλήθους παλιών κτιρίων, επιχειρώντας να καρπωθούν μελλοντικά το κέρδος από την προσδοκώμενη άνοδο της αξίας της γης και των ακινήτων.

Ως άμεσο αποτέλεσμα αυτής της στρατηγικής των ιδιωτικών επενδύσεων προκύπτει το ζήτημα εκτοπισμού των κατοίκων από την περιοχή, αφού αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα παλιά κτίρια στα οποία γίνονται οι επεμβάσεις εξευγενισμού και είτε εγκαθίστανται σε άλλες περιοχές στην περιφέρεια της Αθήνας ή την επαρχία, είτε μένουν άστεγοι.

Κεραμεικός

Κεραμεικός ονομάζεται η περιοχή που περικλείεται από την οδό Ερμού, την οδό Μεγάλου Αλεξάνδρου, την Ιερά οδό και τις οδούς Θερμοπυλών και Αγ. Ασωμάτων, και η οποία περιλαμβάνει τον σπουδαίο ομώνυμο αρχαιολογικό χώρο της Αθήνας, έκτασης 45 στρεμμάτων, αλλά και τη μικρή γειτονιά ανάμεσα στο Γκάζι (Γκαζοχώρι), το Μεταξουργείο και το Θησείο.

Ο αρχαιολογικός χώρος του Κεραμεικού περιβάλλεται από τις οδούς Ερμού, Πειραιώς και Αγ. Ασωμάτων. Η περιοχή αποτελούσε τη βορειοδυτική παρυφή της αρχαίας πόλης της Αθήνας, η οποία υπέφερε λόγω της παραποτάμιας τοποθεσίας της, τις συχνές πλημμύρες του Ηριδανού, γεγονός που δεν ευνοούσε την κατοίκηση της. Άρχισε έτσι να χρησιμοποιείται ως χώρος ταφής και σταδιακά έγινε το σημαντικότερο νεκροταφείο της αρχαίας Αθήνας, που λειτούργησε αδιάκοπα μέχρι και τη Ρωμαϊκή περίοδο.

Όπως υποδηλώνει και το όνομά του, που προέρχεται από τον ήρωα Κέραμο – προστάτη των Κεραμέων, ο Κεραμεικός υπήρξε τόπος εγκατάστασης εργαστηρίων κεραμέων και αγγειοπλαστών, καθώς τα αργιλώδη εδάφη της περιοχής ήταν ιδανική πρώτη ύλη για την παραγωγή των περίφημων αττικών αγγείων.

Κατά την αρχαιότητα, τα Θεμιστόκλεια τείχη χώριζαν τη συνοικία στα δύο, στον “Έξω Κεραμεικό” και στον “Έσω Κεραμεικό”, αντίστοιχα εκτός και εντός του τείχους. Οι δύο περιοχές συνδέονταν μέσω μιας μεγάλης διπλής πύλης, το “Δίπυλο”, μέσω της οποίας πραγματοποιούνταν η εξωτερική σύνδεση με την Ιερά οδό, τον Πειραιά και την Ακαδημία Πλάτωνος. Εσωτερικά, του Διπύλου, ξεκινούσε η μεγάλη λεωφόρος των Παναθηναίων, η οποία διαμέσου της αρχαίας αγοράς, των λόφων της Πνύκας και του Αρείου Πάγου κατέληγε στην είσοδο της Ακρόπολης. Έτσι, ο μεν Έξω Κεραμεικός είχε ταφικό χαρακτήρα, ο δε Έσω Κεραμεικός, οικιστικό χαρακτήρα. Σήμερα, στο πλαίσιο της Ενοποίησης Αρχαιολογικών Χώρων, ο Κεραμεικός λειτουργεί ως επισκέψιμος αρχαιολογικός χώρος και επιπλέον διαθέτει ένα από τα σπουδαιότερα Αρχαιολογικά Μουσεία σε εκθέματα ταφικού χαρακτήρα.

Η γειτονιά του Κεραμεικού έχει ιδιαίτερη φυσιογνωμία με κάποια νεοκλασικά κτίρια αποκατεστημένα στην νότια πλευρά της Πειραιώς, προς το Θησείο, και εγκατεστημένες αρκετές πολιτιστικές χρήσεις, όπως το Κέντρο Μελέτης Νεότερης Κεραμικής, το Μουσείο Πολιτικών Εξόριστων Άη Στράτη, το Μουσείο Άλεξ Μυλωνά-Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, κ.α. Στην απέναντι πλευρά της οδού Πειραιώς, η γειτονιά του Κεραμεικού έχει σχετικά παρόμοια φυσιογνωμία με τη γειτονιά του Μεταξουργείου, πιθανά με λιγότερο έντονο το φαινόμενο της υποβάθμισης, γεγονός που πρέπει να οφείλεται στην ανάπτυξη του χώρου με πυρήνα την κατοικία και την μικρότερη ανάμειξη χρήσεων στον ιστό της. Είναι μια περιοχή κατοικίας, με πολλά από τα παλιά αθηναϊκά σπίτια εγκαταλελειμμένα πλέον, η οποία τα τελευταία χρόνια προσελκύει ιδιαίτερα χρήσεις πολιτιστικού και ψυχαγωγικού χαρακτήρα.M 

Προφήτης Δανιήλ

Η περιοχή του Προφήτη Δανιήλ, η οποία πήρε το όνομά της από τον ομώνυμο ναό στη Λεωφόρο Αθηνών, οριοθετείται από μεγάλους οδικούς άξονες όπως την Λεωφόρο Αθηνών από βορρά, την Λεωφόρο Κωνσταντινουπόλεως στα ανατολικά και την Ιερά Οδό στα νότια, ενώ από την δυτική πλευρά, όριο αποτελεί το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο. Κύρια αρτηρία που ενοποιεί τις περιοχές του Ρουφ, του Βοτανικού και του Προφήτη Δανιήλ, αποτελεί η οδός Σπύρου Πάτση που τις διασχίζει, κάθετα στην Ιερά Οδό και τη Λεωφόρο Αθηνών.

Στην περιοχή, ανατολικά της οδού Σπύρου Πάτση, κυριαρχεί η χρήση της κατοικίας με μεγάλη διασπορά συνεργείων, μηχανουργείων και άλλων βιοτεχνικών χρήσεων να συγκεντρώνονται στον πυκνοδομημένο ιστό της. Σήμερα, τείνει να προσελκύει κάποιες χρήσεις πολιτισμού και ψυχαγωγίας, ακολουθώντας τις τάσεις των γειτονικών περιοχών του Μεταξουργείου και του Γκαζοχωρίου. Δυτικά της οδού Σπύρου Πάτση, και μέχρι το όριο του Γεωπονικού Πανεπιστημίου συγκεντρώνει περισσότερο βιοτεχνικές χρήσεις και αποθήκες, όπως και ο υπόλοιπος Ελαιώνας.

Η γειτονιά παρουσιάζει σημαντικές ελλείψεις σε βασικές υποδομές και κοινόχρηστες λειτουργίες, ενώ ο παραπόταμος του Κηφισού – ρέμα του Προφήτη Δανιήλ, που τη διατρέχει, θεωρείται ρυπαρός και επικίνδυνος για τη δημόσια υγεία. Στην περιοχή κατοικούν κυρίως παλιοί κάτοικοι μεγάλης ηλικίας, αθίγγανοι και οικονομικοί μετανάστες.